Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Βιβλιοπαρουσίαση: Η βιογραφία της Ούλρικε Μάινχοφ.


Στη μεγάλη συλλογή αφιερωμάτων, βιβλίων και ντοκιμαντέρ για την περίπτωση της Ούλρικε Μάινχοφ, έρχεται να προστεθεί η Βιογραφία της από τις Εκδόσεις Νάρκισσος, γραμμένη από την κοινωνιολόγο και πολιτικό Γιούττα Ντίτφουρτ. Στο βιβλίο, η τελευταία παρουσιάζει εξονυχιστικά το αποτέλεσμα της εξαετούς έρευνάς της γύρω από την γοητευτική αυτή προσωπικότητα που μαζί με την οργάνωσή της RAF, κατάφεραν να πανικοβάλλουν το κράτος της Γερμανίας του ’70 το οποίο εξακολουθούσε να φέρει απομεινάρια από το ναζιστικό του παρελθόν. Η Ντίτφουρτ καταφέρνει μέσα από την γραφή της να απαντήσει στο τελικό ερώτημα «ποια ήταν στην πραγματικότητα η Ούλρικε Μάινχοφ;»
Όπως την παρουσιάζει, η Μάινχοφ γεννημένη το 1934, ήταν ένα παιδί του πολέμου. Γόνος μιας συντηρητικής οικογένειας που διακατεχόταν από φιλοναζιστικά αισθήματα. Μεγαλωμένη μέσα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο οικογενειακό κλίμα, βίωσε σε νεαρή ηλικία τον θάνατο των δύο της γονιών, με μοναδικό κηδεμόνα τη θετή της μητέρα Ρενάτε Ρήμεκ-μετέπειτα σημαντικό στέλεχος της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Το έντονο αυτό κλίμα, οι συνεχείς μετακινήσεις καθώς και το εν βρασμώ κοινωνικό status quo που δημιουργήθηκε με την κατάρρευση του Γ΄Ράιχ, είχε σαν αποτέλεσμα τον περιορισμό των πολιτικών επιλογών της νεαρής τότε Ούλρικε.
Ως εκ τούτου η πολιτική επιλογή η οποία ασπάστηκε ήταν η εξωκοινοβουλευτική αντιπολίτευση. Πέρασε από την εφηβεία στην ενηλικίωση διαβάζοντας μανιωδώς, σπουδάζοντας, παίζοντας βιολί και χορεύοντας μέχρι τελικής πτώσεως σε πάρτι. Το 1958 ως έντονα πολιτικοποιημένη μεν φοιτήτρια, αχρωμάτιστη δε, συμμετέχει στο αντιπυρηνικό κίνημα και από το 1959 η δίψα της για πληροφόρηση και αποκατάσταση των ερωτηματικών της γύρω από το παρελθόν της χώρας της, την καθιστά μία από τις σημαντικότερες δημοσιογράφους της Γερμανίας, μέσα από την πορεία της στην εφημερίδα konkret.
Το σημαντικό ερώτημα όμως όσον αφορά την αινιγματική αυτή φιγούρα, είναι το τι ώθησε αυτήν την παθιασμένη δημοσιογράφο να εγκαταλείψει τις μικροαστικές της συνήθειες, την συζυγική της ζωή καθώς και την ανατροφή των δίδυμων κόρων της και να μετατραπεί σε μια αντάρτισσα πόλης που από την δακτυλογράφηση κειμένων πέρασε στην χρήση όπλων.
Στο βιβλίο η Γιούττα Ντίτφουρτ θέτει ως τομή στη ζωή της, τη συνάντησή της με τους Αντρέα Μπάαντερ και Γκούντρουν Έσλιν. Στις 14/5/1970 η Μάινχοφ συμμετέχει στην επιτυχημένη απόδραση του Μπάαντερ λαμβάνοντας πλέον το βάπτισμα τους πυρός στη νέα της ζωή: ο αντικρατικός της αγώνας είναι η νέα της πραγματικότητα. Μαζί με τους προαναφερθέντες ιδρύουν την RAF (Φραξιά Κόκκινος Στρατός) τον Αύγουστο του 1970. Ακολουθούν επιθέσεις μεταξύ άλλων σε ΝΑΤΟικούς στόχους. Το 1972 συλλαμβάνεται και «προφυλακίζεται» σε κελί πλήρους απομόνωσης με αποκορύφωμα τα λευκά κελιά του Στάνχαιμ. Μέσα σε ένα λευκό κελί και χωρίς δικό της δικηγόρο, με περιορισμένες από συγγενείς επισκέψεις, η Ούλρικε Μάινχοφ έζησε μέχρι το 1976 όπου και βρέθηκε απαγχονισμένη στο κελί της. Ο θάνατος της προβλήθηκε από το κράτος και τον τύπο ως αυτοκτονία όμως κανείς δεν πείσθηκε για αυτό. Η κοινή γνώμη, της οποίας ένα μεγάλο και σημαντικό κομμάτι δήλωνε συμπάθεια προς τη RAF πιστεύει πως πρόκειται για δολοφονία με τις ευλογίες του κράτους.
Τριάντα έξι χρόνια μετά το θάνατό της η Μάινχοφ, η «Φωνή της RAF», εμπνέει ακόμη την ίδια γοητεία που ενέπνεε και την δεκαετία του ’70. Όποια κι αν ήταν η κατάληξη της, στην ιστορία θα παραμείνει ως ένα σύμβολο αγωνιστικότητας και αυταπάρνησης, που θυσίασε τα πάντα στο βωμό των ιδανικών της, χωρίς ιδιοτελείς σκοπούς.

Κουλαφέτη Ιλιάνα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου