Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Τι χρειαζόμαστε τη λογοτεχνία;


Νομίζω πως δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ ένα από τα εξεταζόμενα θέματα σ’ ένα από τα τελευταία μαθήματα που έδωσα στο Πανεπιστήμιο. Το μάθημα λεγόταν «Θεωρία της Λογοτεχνίας», διδάσκων ήταν ο κ. Νάσος Βαγενάς και το θέμα είχε τίτλο το εξής αμείλικτο ερώτημα: Ποια είναι η χρησιμότητα της λογοτεχνικής εμπειρίας; Θυμάμαι τον πανικό στα μάτια όλων ημών, που είχαμε επί βδομάδες αναλωθεί στην κατανόηση των σημαντικότερων λογοτεχνικών θεωριών (από τον Ρωσικό Φορμαλισμό και τη Νέα Κριτική μέχρι την «Ποιητική» του Αριστοτέλη και από το μεταμοντερνισμό του Roland Barthes ως τις προδρομικές περί λογοτεχνικότητας αναφορές του Ομήρου): Πανικό, που οφειλόταν στη διαπίστωση ότι όσο κι αν είχαμε διαβάσει δεν μπορούσαμε να απαντήσουμε σ’ ένα τόσο φαινομενικά απλό ερώτημα.
Γιατί διαβάζουμε λογοτεχνία λοιπόν; Σε τί μας ωφελεί; Σήμερα, που όλοι μας έχουμε ελάχιστο ελεύθερο χρόνο, γιατί προτιμάμε, αν προτιμάμε, να καθηλωνόμαστε πάνω από ένα λογοτεχνικό βιβλίο από το να απολαύσουμε, σ’ αυτόν το λιγοστό χρόνο, την πραγματική ζωή; Γιατί κλέβουμε από τη ζωή μας χρόνο (ίσως το πολυτιμότερο αγαθό πια) και τον ξοδεύουμε στη λογοτεχνία; Γράφοντας αυτό το κείμενο στην αυλή μου, κάτω απ’ τη σκιά ενός πυκνόφυλλου δέντρου, ανάμεσα σ’ ένα ανοιξιάτικο, καταπράσινο βουνό και μια εκπληκτική θάλασσα, σκεφτόμουν ότι πραγματικά δεν υπάρχει κανένας λόγος να απαρνηθώ όλη αυτή την ομορφιά και να βυθιστώ στις σελίδες ενός μυθιστορήματος. Και αναρωτιόμουν μήπως τα μυθιστορήματα, τα ποιήματα, τα διηγήματα είναι μόνο γι΄ αυτούς που, όντας λιγότερο προνομιούχοι από μένα, ζουν σε σκοτεινά διαμερίσματα και στριμώχνονται σε άβολα γραφεία, μέσα στο νέφος, τα καυσαέρια και τα αγκομαχητά των κλιματιστικών. Μήπως η λογοτεχνία είναι μια πρώτης τάξεως παρηγοριά για σκληρά εργαζόμενους αστούς και για φυλακισμένους; Μήπως η λογοτεχνία είναι απλά μια απόδραση από τη σκληρή, καθημερινή πραγματικότητα του άγχους και των νευρώσεων; Μήπως η λογοτεχνία είναι, σε τελική ανάλυση, ένα φάρμακο, ή, για να το τραβήξουμε ακόμη παραπέρα, ένα υγιές υποκατάστατο κάποιου ναρκωτικού;
Συνήθως, όταν βρισκόμαστε μπροστά σε τέτοια ερωτήματα, οι πρώτοι από τους οποίους περιμένουμε απάντηση είναι οι δάσκαλοί μας: Είμαι της γνώμης ότι οι δάσκαλοί μας συχνά μας απαντούν χωρίς να το ξέρουν σε πολλές περισσότερες ερωτήσεις απ’ όσες ποτέ τολμήσαμε να τους υποβάλλουμε. Ο ίδιος δάσκαλος λοιπόν που κάποτε με είχε ρωτήσει σε τί ωφελεί να διαβάζουμε λογοτεχνία, είχε φροντίσει λίγο καιρό πριν, χωρίς να το ξέρει, να μου δώσει και την απάντηση:
Ένα βαριεστημένο χειμωνιάτικο πρωινό του 1998-1999, κατά τη διάρκεια του μαθήματος «Ιστορία της Λογοτεχνίας», ο κ. Βαγενάς στα πλαίσια της παράδοσης μιας διάβαζε ένα ποίημα του Μιχάλη Κατσαρού. Δεν θυμάμαι ποιο ήταν το ποίημα, ομολογώ. Ξαφνικά, σταματάει να διαβάζει. Το βλέμμα μας σηκώνεται απότομα από το τετράδιο με τις σημειώσεις: Εμβρόντητοι τον βλέπουμε να μας ζητάει συγγνώμη, να βγαίνει έξω, φανερά δακρυσμένος και μετά από λίγο να επιστρέφει και να συνεχίζει το μάθημα.
Στην αρχή όλοι νιώσαμε αμηχανία – ήταν ένα τσίμπημα στην αυτοσυγκέντρωσή μας ή την αδιαφορία μας για τη μεταπολεμική ελληνική ποίηση. Αυτή η περίεργη φυγή δεν οφειλόταν σε μας – εκείνο το πρωί δεν είχαμε ακόμα καλά καλά ξυπνήσει και ήμασταν υπέρ το δέον ήσυχοι. «Τί ένιωσε αυτός ο άνθρωπος που δεν μπόρεσα να το νιώσω εγώ;» ήταν το αμέσως επακόλουθο ερώτημα. Ξεπερνώντας όλες αυτές τις εγωκεντρικές σκέψεις, τελικά ένιωσα πολύ χαρούμενος για το γεγονός ότι βρέθηκα μπροστά σε μια τέτοια σκηνή σε ανύποπτο χρόνο. Ασφαλώς όχι επειδή κατά βάθος είμαι χαιρέκακος άνθρωπος και μ’ αρέσει να βλέπω τους άλλους να κλαίνε, ούτε επειδή είμαι θιασώτης μιας μελοδραματικής αντιμετώπισης της πραγματικότητας. Πάντως, ομολογουμένως πολύ μελοδραματικά, τελικά αποφάνθηκα ότι εκείνη την αναιτιολόγητη έξοδο του δασκάλου μου δεν θα την ξεχνούσα ποτέ. Για να δούμε...
Εκείνο το πρωί, στη μικρή και ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα του 6ου ορόφου της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, κατάλαβα ότι αυτός ο άνθρωπος εκείνη τη στιγμή βίωνε κάτι πολύ περισσότερο απ’ αυτό που και ο ίδιος ακόμη είχε ετοιμαστεί για να κάνει: Είχε έρθει να διδάξει Ιστορία της Λογοτεχνίας για ένα τρίωρο. Ωστόσο αυτό που ένιωσε διαβάζοντάς μας εκείνο το ποίημα (απ’ όσο μπόρεσα να συμπεράνω) ήταν κάτι πολύ περισσότερο από την ευχαρίστηση μιας πετυχημένης διδασκαλίας – ή την ηθική ικανοποίηση που νιώθει ένας δάσκαλος τη στιγμή που γίνεται αγωγός παιδείας. Είχε νιώσει ένα ιδιαίτερο συναίσθημα, που είχε προκύψει από την ανάγνωση του συγκεκριμένου ποιήματος: Ένα συναίσθημα που όλοι λίγο πολύ έχουμε νιώσει διαβάζοντας κάτι που μας άγγιξε περισσότερο, μας ταρακούνησε απ’ την ισορροπημένη μας μέρα, μας έκανε να δούμε ξαφνικά τον κόσμο με μια ματιά διαφορετική από τη συνηθισμένη.
Λέμε συχνά, και θέλουμε να το πιστεύουμε, ότι η λογοτεχνία διδάσκει. Ότι η λογοτεχνία είναι ένα εργαλείο παιδείας, ένα εργαλείο καλλιέργειας, ένας καλός αγωγός του πολιτισμού από άνθρωπο προς άνθρωπο. Κι αυτό ασφαλώς έχει μια δόση αλήθειας. Η λογοτεχνία είναι και μέσο παιδείας, είναι και επιστημονικό εργαλείο. Είναι αναντίρρητα ευτυχία να ασχολείται κανείς μαζί της ως αντικείμενο επιστημονικού κλάδου, ή, ακόμη καλύτερα, να την χρησιμοποιεί στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας για να πετύχει καλύτερα αποτελέσματα απ’ ότι θα πετύχαινε χρησιμοποιώντας μια παραδοσιακή μέθοδο διδασκαλίας. Όλες αυτές όμως είναι μονάχα οι «παράπλευρες ωφέλειες» της λογοτεχνίας για τον αναγνώστη.
Διαβάζοντας λογοτεχνικά βιβλία μπορεί και να μορφωθούμε. Μπορεί και να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι. Τίποτα δεν αποκλείεται. Όμως δεν διαβάζουμε λογοτεχνία για να μορφωθούμε, ούτε για να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι. Ο Διαφωτισμός θέλησε να αξιοποιήσει όλες τις τέχνες για έναν ιερό σκοπό: τη διάδοση της παιδείας σ’ έναν κόσμο που πολύ λίγοι άνθρωποι είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν από κοντά τα επιτεύγματα του ανθρώπινου πνεύματος, και η που η σχολική αγωγή ήταν προνόμιο λίγων και ευπόρων. Αυτό είχε σαν μοιραίο αποτέλεσμα πολλά από τα έργα εκείνης της εποχής να έχουν διδακτικό περιεχόμενο, ή συχνότατα να γράφονται με σκοπό να διδάξουν. Δεν μπορεί βέβαια κανείς να πει ότι η εποχή του Διαφωτισμού δεν έδωσε σπουδαία λογοτεχνικά έργα. Η σπουδαιότητα αυτών των έργων όμως, καθώς και η διάρκειά τους στους αιώνες, δεν είχαν τόσο να κάνουν με το διδακτικό τους χαρακτήρα όσο με τις λογοτεχνικές τους αρετές. Αν, μετά από διακόσια πενήντα περίπου χρόνια, διαβάζουμε με μεγαλύτερη ευχαρίστηση το έργο του Γκολντόνι και έχουμε σχεδόν ξεχάσει το δραματικό και λογοτεχνικό έργο του Βολταίρου, αυτό δεν οφείλεται στη μείζονα ή ελάσσονα σπουδαιότητα των ιδεών που πρέσβευαν και οι δυο συγγραφείς, αλλά σε μια «άλλη» δύναμη του έργου, πέρα από την ωφελιμότητα και τη διδακτικότητά τους. Άλλο είναι εκείνο το υλικό που κρατάει το έργο ζωντανό στο χρόνο. Άλλο είναι εκείνο που παρασέρνει τον υποψήφιο αναγνώστη κάθε εποχής στην περιπέτεια της ανάγνωσης λογοτεχνικών βιβλίων. Η λογοτεχνία πρέπει να είναι πρώτα λογοτεχνία, και έπειτα στράτευση ή διδαχή, για να μείνει στη μνήμη μας και στην καρδιά μας ως λογοτεχνία.
Η ανάγνωση της λογοτεχνίας λοιπόν δεν μας κάνει πλουσιότερους, δεν μας κάνει απαραιτήτως καλύτερους ανθρώπους ή πιο καλλιεργημένους, δεν μας προσφέρει απαραίτητα γνώσεις ή και εγκυκλοπαιδική μόρφωση (αντιθέτως μπορεί και να στρεβλώσει τις γνώσεις μας εκεί που κάθε συγγραφέας παίζει με μαεστρία ανάμεσα στην αλήθεια και τη μυθοπλασία), αφήστε Δε που πολλές φορές μας κάνει και να κλαίμε, όπως είδαμε προηγουμένως. Σε τί μας χρειάζεται λοιπόν;
Ας φανταστούμε τέσσερις ανθρώπους, που από τη στιγμή της γέννησής τους ήταν κλεισμένοι σε τέσσερα γειτονικά δωμάτια, χωρίς καμμιά επικοινωνία μεταξύ τους και χωρίς να έχουν δει ποτέ τον πραγματικό κόσμο. Ας θεωρήσουμε αυθαίρετα ότι και οι τέσσερις αυτοί άνθρωποι ήξεραν ανάγνωση, και ότι στον καθένα απ’ αυτούς δόθηκε η ευκαιρία να διαβάσει ένα και μοναδικό βιβλίο: Στον πρώτο, η «Ορέστεια» του Αισχύλου. Στον δεύτερο, το «Όνειρο καλοκαιριάτικης νύχτας» του Γουίλιαμ Σαίξπηρ. Στον τρίτο, ο «Γλάρος» του Αντόν Τσέχοφ, και στον τέταρτο η «Αμοργός» του Νίκου Γκάτσου. Μόλις τα διάβασαν καλά καλά οι τέσσερις άγνωστοι θα έπεφταν για ύπνο, και το επόμενο πρωί, κι ενώ ο ήλιος είχε ανέβει αρκετά ψηλά στο θόλο, θα τους ανακοινώναμε ότι ήρθε επιτέλους η στιγμή να βγουν στον αληθινό κόσμο. Τότε θα έβγαιναν από τα καμαράκια τους κι από τέσσερις σκοτεινούς διαδρόμους θα οδηγούνταν σε μια πόρτα – την ίδια και οι τέσσερις. Μόλις την άνοιγαν, θα βρίσκονταν μπροστά σ’ ένα μεγάλο, πυκνό δάσος. Κι εκεί θα τέλειωνε το απάνθρωπο πείραμα.
Τότε λοιπόν θα καταλάβαιναν, μετά το πρώτο παραξένισμα και μια κάποια γνωριμία μεταξύ τους, ότι καθένας από τους τέσσερις έβλεπε μπροστά του κάτι διαφορετικό, κι ας ήταν, με την κοινή λογική και τα διδάγματα της επιστήμης ακριβώς το ίδιο δάσος.
Ο πρώτος, θα άκουγε τα ουρλιαχτά από τους φόνους στο παλάτι των Ατρειδών, θ’ άκουγε στο θρόισμα των φύλλων την προσπάθεια του Ορέστη να ξεφύγει από τις Ερινύες, το φονικό δικαστήριο που στηνόταν σιγά σιγά, θα ένιωθε πάνω από τις φυλλωσιές τη βαριά σκιά των θεών και τα χέρια τους να κρατούν τα νήματα στο μεγάλο κουκλοθέατρο του κόσμου.
Ο δεύτερος θα έστηνε αυτί για να ακούσει τα τσιριχτά γέλια των ξωτικών, τα κρυφά ραντεβουδάκια των ερωτευμένων της καλοκαιριάτικης νύχτας, και θα καμάρωνε το πανηγύρι της φύσης μέσα στην οργιαστική βλάστηση, και εν τέλει θα έστρωνε το πουκάμισό του για να είναι όμορφος στους γάμους του Όμπερον και της Τιτάνια.
Ο τρίτος, αυτός που διάβασε το «Γλάρο» θα ‘νιωθε πως εκείνο το μεγάλο δάσος τον χωρίζει από τα όνειρά του, ότι κάπου εκεί πίσω στην άκρη του κρύβονται οι πιο μύχιοι πόθοι του και θα πρέπει είτε να τολμήσει να τρέξει για να το διασχίσει, έστω και ξυπόλητος, είτε ν΄ αρκεστεί στην αφόρητη πλήξη να περιμένει για πάντα πιστεύοντας ότι ακόμη δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να κυνηγήσει το όνειρό του.
Και ο τελευταίος, ο αναγνώστης της «Αμοργού», είμαι βέβαιος πως θ’ αποφάσιζε να διασχίσει το δάσος περπατώντας με τα χέρια, μυρίζοντας τους σκίνους και τις τσουκνίδες και τρώγοντας με λαχτάρα επικίνδυνα μανιτάρια.
Κι οι τέσσερις αυτοί νεοφώτιστοι του δάσους, όμως, παρ’ ότι έβλεπαν τέσσερα δάση εκεί που μια φωτογραφία θ’ αποτύπωνε μονάχα ένα, το προηγούμενο βράδυ, πριν κοιμηθούν, είχαν νιώσει μέσα τους κάτι απροσδιόριστο. Κάτι που δεν είχε απαραίτητα να κάνει με την προσδοκία μιας βόλτας στο δάσος (αφού δεν ήξεραν ότι αυτό θα τους συνέβαινε την επόμενη μέρα) αλλά έμοιαζε περισσότερο με μια περίεργη εσωτερική ταραχή, κάτι που έσπασε τη μονοτονία του αεροστεγούς και κλειστού κόσμου τους, κάτι που τους έκανε να σκέφτονται σαν τον Άμλετ:
«Υπάρχουν πολύ περισσότερα πράγματα, σε γη και σ’ ουρανό, Οράτιε, απ’ όσα με τη φαντασία σου μπορείς να ονειρευτείς» είχε πει στο φίλο του ο ήρωας του Σαίξπηρ.
Μια και μιλάμε για όνειρα, είναι βέβαιο πως εκείνο το μοιραίο βράδυ, οι τέσσερις φίλοι μας είδαν πολύ διαφορετικά όνειρα. Όνειρα που μπορεί και να ήταν φοβερά. Μπορεί και να τους έκαναν να πεταχτούν από τον ύπνο τους. Όταν ξύπνησαν το πρωί όμως, είδαν ακόμη και τη λάμπα δίπλα απ’ το κρεβάτι τους να αλλάζει όψη,. Κοιτάχτηκαν στον καθρέφτη κι είδαν πράγματα που δεν είχαν ξαναδεί ποτέ. Ακόμη και στις παλάμες τους είδαν γραμμές που ποτέ τους δεν είχαν αισθανθεί την ανάγκη να προσέξουν.
Κι όμως. Αν πριν από τον ύπνο τους διάβαζαν ένα εγχειρίδιο Δασοπονίας, το εν λόγω δάσος ίσως και να μην φαινόταν τόσο διαφορετικό στον καθένα απ’ αυτούς. Ίσως αυτό το τελευταίο να ήταν καλύτερο για όλους, μια και αφ’ ενός θα απέφευγαν τα άσχημα όνειρα, αφ’ ετέρου θα ήξεραν ποια μανιτάρια είναι δηλητηριώδη και πού φωλιάζουν τα φίδια. Θα είχαν να κάνουν μ’ ένα αισθητικό δάσος, περιποιημένο, με ταμπελίτσες στα λατινικά και πινακίδες προσανατολισμού – έναν Εθνικό Κήπο, ενώ τώρα, μπροστά τους έχουν ένα δάσος άγριο, όπου η έξοδος δεν φαίνεται πουθενά, όπου η μόνη επιλογή είναι η περιπλάνηση. Αυτό το τελευταίο είναι η λογοτεχνική εμπειρία.
Αν ρωτήσετε εμένα ποιο από τα δυο δάση προτιμώ, θα σας έλεγα ότι θα ήθελα το πρώτο, με περιποιημένα δέντρα και φυτά, έναν κηπουρό αυτόματο πότισμα και καρέκλες Ζαππείου. Αν ρωτούσατε ένα μικρό παιδί, ποιο νομίζατε ότι θα προτιμούσε;
Τα παιδιά είναι λιγότερο υποψιασμένα από μας τους μεγαλύτερους. Γελούν ευκολότερα και κλαίνε ευκολότερα. Φωνάζουν, πεισμώνουν, διεκδικούν, και αγαπούν τα παραμύθια και τα παιχνίδια όσο τίποτε άλλο. Τα παιδιά ονειρεύονται ότι πετούν, τα παιδιά ονειρεύονται γενικώς περισσότερο και θυμούνται τα όνειρά τους περισσότερο από εμάς.
Η λογοτεχνία είναι με τη σειρά της λιγότερο υποψιασμένη από την ορθολογική θεώρηση των πραγμάτων. Μας κάνει να γελάμε ευκολότερα και να κλαίμε ευκολότερα από ότι μια διδακτορική διατριβή, ή απ’ όσο συνηθίζουμε στην καθημερινή μας ζωή. Η λογοτεχνία μας κάνει να ονειρευόμαστε περισσότερο, να κοιτάμε το δάσος αντί για το δέντρο, να προτιμάμε το κρυφτό ανάμεσα στους θάμνους από την καρέκλα και το φραπέ σε μια σκιά.
Η λογοτεχνική εμπειρία είναι, λοιπόν, μια επιστροφή στην παιδική ηλικία, στον καιρό που το σύμπαν γύρω μας είναι ένα σύνολο, είναι ένα. Στον καιρό που μπορεί και να φοβόμαστε αδικαιολόγητα, να ονειρευόμαστε αδικαιολόγητα, να φερόμαστε αδικαιολόγητα. Ωστόσο, ο αναγνώστης δεν πραγματοποιεί αυτή την επιστροφή με τη μορφή της απόδρασης σ’ έναν άλλο κόσμο. Η λογοτεχνική εμπειρία δεν είναι παλιμπαιδισμός. Δεν είναι άρνηση του βάρους της καθημερινότητας και του άγχους, δεν είναι μια ιδιότυπη ασκητεία που μακιγιάρει το γκρίζο της ρουτίνας και το κάνει ροζ – μέχρι να τελειώσει κι αυτό το μυθιστόρημα. Η λογοτεχνική εμπειρία είναι μια κατά μέτωπο επίθεση στην καθημερινότητα – όχι η άρνησή της. Είναι μια άλλη ματιά στη ζωή, μια άλλη ματιά συχνά δακρυσμένη – ένα βλέμμα στο φως της ζωής που διηθίζεται από την καταλυτική δύναμη της συγκίνησης.
Η συγκίνηση είναι αυτό το πολύτιμο ελιξήριο που, όπως σε όλες τις τέχνες έτσι και στη λογοτεχνία πλημμυρίζει το είναι μας και αλλάζει τη ματιά μας πάνω στην πραγματικότητα. Η συγκίνηση είναι μια δύναμη που δεν μπορεί να εξηγηθεί εύκολα – είναι ένα αίσθημα που παράγεται εν προκειμένω από τη λογοτεχνική, μη συμβατική χρήση της γλώσσας, όπως στις εικαστικές τέχνες προκαλείται από την αίσθηση της όρασης, ή στη μουσική από την αίσθηση της ακοής. Η λογοτεχνική συγκίνηση (στην ποίηση, την πεζογραφία ή σε οποιαδήποτε γραφή εκάστοτε θεωρούμε λογοτεχνία) είναι προϊόν μιας συγκινημένης γλώσσας. Μιας γλώσσας, που περιέχει τα στοιχεία της καθημερινής μας γλώσσας (ιδιαίτερα στη μοντέρνα λογοτεχνία, όπου το λεξιλόγιο δεν αφίσταται του καθημερινού). Ωστόσο, αυτή, η ίδια γλώσσα χρησιμοποιείται με τέτοιο τρόπο ώστε να φαντάζει σε μας μέσα στο κείμενό της διαφορετική, και να μας συγκινεί, κάνοντάς μας να βλέπουμε το λογοτεχνικό κείμενο σαν κάτι ξεχωριστό, σαν μια υπόσταση ξεχωριστή, σαν τα τέσσερα δάση που προηγουμένως αντίκρισαν οι τέσσερις φίλοι.
Είναι σίγουρο ότι όλοι έχουμε νιώσει κάποτε αυτή τη συγκίνηση και ξέρουμε τί είναι, αλλά αν μας ζητήσει κανείς να την περιγράψουμε, σίγουρα ο καθένας μας έχει κάτι διαφορετικό να πει, ωστόσο όλα μοιάζουν να έχουν την ίδια απόληξη. Η συγκίνηση μοιάζει με την αποκατάσταση της επαφής με μια χαμένη ευτυχία, με την εναργή ανάμνηση ενός χαμένου παραδείσου – μιας Εδέμ που ζήσαμε ή ονειρευτήκαμε να ζήσουμε και προσδοκούμε ακόμη. Η συγκίνηση είναι το κοινό στοιχείο που μας κάνει να απολαμβάνουμε τη λογοτεχνία, έστω κι αν ο καθένας μας διαβάζει με διαφορετικό τρόπο και προτιμά διαφορετικά λογοτεχνικά είδη: είναι ένα ψήγμα μιας χαμένης ή προσδοκώμενης ευτυχίας, ένα λυτρωτικό συναίσθημα το οποίο δεν είναι πάντα ευχάριστο – αντίθετα, συχνότατα είναι οδυνηρό και φέρνει δάκρυα – ωστόσο μας θυμίζει την ανθρώπινή μας υπόσταση.
Ο ισραηλινός συγγραφέας Αμός Οζ σε μια πρόσφατη συνέντευξή του είπε ότι ο άνθρωπος είναι το πιο επικίνδυνο ον που υπάρχει πάνω σ’ αυτόν τον πλανήτη, επειδή είναι το μόνο που γνωρίζει ότι θα πεθάνει, ότι η βιολογική του πορεία έχει ένα τέλος. Μολονότι αυτός ο αφορισμός σηκώνει πολλή συζήτηση, είναι αρκετά ασφαλές να πούμε ότι αυτή η αίσθηση του πεπερασμένου είναι ένας από τους γενεσιουργούς παράγοντες της συγκίνησης – ή της ανάγκης να βιώνουμε τη συγκίνηση. Είτε ως στιγμιαία αίσθηση μιας έστω απροσδιόριστης ευτυχίας, είτε ως ανάμνηση μιας χαμένης Εδέμ, η συγκίνηση προϋποθέτει τον στιγμιαίο χαρακτήρα της. Αυτή η αποκαλυπτική στιγμή δεν μπορεί να είναι μια αιώνια νιρβάνα – και άλλωστε αξίζει επειδή κρατάει για λίγο. Είναι μια συναρπαστική περιπέτεια, που διακυβεύει την ασφάλεια της συναισθηματικής μας ισορροπίας, χωρίς να μας υπόσχεται γέλιο ή χαρά ή απόλαυση: Η απόλαυση έγκειται στο ταξίδι, που είναι σύντομο και μας γυρίζει σε ασφαλές λιμάνι. Μόνο που το λιμάνι της επιστροφής δεν θα είναι ποτέ πια το ίδιο...
Είναι γνωστή σε όλους μας η παρομοίωση του κόσμου με μια μεγάλη θεατρική σκηνή. Ίσως και η ζωή μας να μοιάζει με θεατρική παράσταση, στην οποία το τέλος είναι πάντως γνωστό και δεδομένο. Οι θεατές αυτής της παράστασης ασφαλώς δεν έρχονται για να μάθουν ποιο είναι το τέλος, αλλά πώς ήταν το ταξίδι. Σ’ αυτό το μεγάλο ταξίδι, συχνά δύσκολο, συχνά με αναποδιές και πισωγυρίσματα, οι τέχνες και η λογοτεχνία φροντίζουν να μας παρασταίνουν μικρά ιντερμέδια. Μικρές παραστασούλες μέσα στο μεγάλο έργο, συχνά άσχετες με την υπόθεσή του, συχνά αναφερόμενες σε άλλες εποχές, ή και σε άλλους κόσμους:
« Ο άνθρωπος κατά τον ρουν της μυστηριώδους ζωής του
Κατέλιπεν εις τους απογόνους του δείγματα πολλαπλά και αντάξια της αθανάτου καταγωγής του
Όπως επίσης κατέλιπεν ίχνη των ερειπίων του λυκαυγούς χιονοστιβάδας ουρανίων ερπετών χαρταετούς αδάμαντας και βλέμματα υακίνθων
Εν μέσω αναστεναγμών δακρύων πείνης οιμωγών και τέφρας υπογείων φρεάτων»
... λέει ο Νίκος Γκάτσος στην «Αμοργό» του. Αυτά τα ίχνη ερειπίων του λυκαυγούς, οι χιονοστιβάδες ουρανίων ερπετών, οι αδάμαντες χαρταετοί και τα βλέμματα των υακίνθων – τα μικρά ιντερμέδια ανάμεσα στα δάκρυα, τους αναστεναγμούς και τις οιμωγές, αυτοί οι μυριάδες μικρόκοσμοι των λογοτεχνικών έργων δεν είναι πέραν του κόσμου τούτου. Δεν κλέβουν από τον πεπερασμένο χρόνο μας. Τον ανοικοδομούν, μέσα από τη συγκίνηση, τον νοηματοδοτούν, χωρίς να μπορούν, μοιραία, να τον σταματήσουν.
Ο χρόνος της ανάγνωσης είναι ένας χρόνος εντός, εκτός και επί τα αυτά μέρη του κόσμου αυτού. Μοιάζει μ’ ένα διάλειμμα σε μια φορτωμένη σχολική μέρα, ή με μια σχολική εκδρομή. Οι εκδρομές και τα διαλείμματα ανήκουν στους μαθητές, που όντας μέσα στη σχολική κοινότητα γίνονται για λίγο άρχοντες του χρόνου τους. Με τον ίδιο τρόπο ο αναγνώστης γίνεται για λίγο άρχοντας της ανάγνωσης – και του χρόνου του. Ο αναγνώστης είναι ο σκηνοθέτης της παράστασης που λέγεται ανάγνωση στο μεγάλο θέατρο της ζωής. Ο αναγνώστης μετουσιώνει τη συγκινημένη γλώσσα της λογοτεχνίας σε εικόνες, χρησιμοποιώντας τα δικά του συναισθήματα, τη φαντασία του, τα δικά του βιώματα. Σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί σ’ ένα έργο που έχει γράψει κάποιος άλλος προσαρμόζοντας το κοστούμι του στα δικά του μέτρα. Δεν ταυτίζεται, υποδύεται, καθώς πρέπει να αναπλάσει τις εικόνες με δικό του υλικό, με δικές του εμπειρίες, με δικές του προσδοκίες.
Έτσι δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει γιατί τα μυθιστορήματα του Μάρκες από τη διακεκαυμένη Λατινική Αμερική ή τα θεατρικά έργα του Τσέχωφ από την παγωμένη ρώσικη στέπα συγκινούν εξίσου εμάς τους μεσογειακούς κατά την ανάγνωση. Μέσα σ’ αυτούς τους ήρωες και αυτές τις καταστάσεις, σε πολιτισμούς με συνιστώσες εκ διαμέτρου αντίθετες προς τις δικές μας, συναντούμε και βιώνουμε ως αναγνώστες κοινά και πανανθρώπινα συναισθήματα, αρχετυπικές αγωνίες και όνειρα που προξενούν και σε μας τη συγκίνηση, κι ας είμαστε χιλιάδες χρόνια ή χιλιάδες μίλια μακριά.
Τα λογοτεχνικά εκείνα έργα που κέρδισαν το στοίχημα της διαχρονικότητας ίσως να μην ήταν τεχνικά ή μορφικά αρτιότερα από άλλα που μεσουράνησαν για λίγο καιρό κι ύστερα χάθηκαν τόσο ξαφνικά όσο έλαμψαν. Ωστόσο, εκείνα, τα πρώτα, κατάφεραν να αντέξουν μέχρι σήμερα και να μας αγγίζουν γιατί μίλησαν για πράγματα που αφορούσαν, αφορούν και θα αφορούν όλους τους ανθρώπους, όλων των εποχών, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Η συναρπαστική περιπέτεια της λογοτεχνικής εμπειρίας, για να είναι συναρπαστική, προϋποθέτει, εκεί, προς το τέλος του έργου, μια αναγνώριση: Μια αναγνώριση που μοιάζει μ’ αυτήν του Οδυσσέα από τον Τηλέμαχο στην Οδύσσεια – ωστόσο είναι μια αναγνώριση λίγο πιο εγωϊστική, ίσως λίγο πιο ανθρώπινη: Μια αναγνώριση του δικού μας ειδώλου στον καθρέφτη ενός λογοτεχνικού έργου.
Μπορεί να φαίνεται βέβαια εκ πρώτης όψεως έως και αστείο ότι θα αναγνωρίσουμε το Ριχάρδο τον Τρίτο, την Άτοσσα, την Ερμιόνη Γκρέιντζερ ή τη Μαρία Στιούαρτ, ή να ταυτίζουμε τις δυσκολίες μας και τη ζωή μας μ’ αυτές των αυλικών του Λουδοβίκου ΙΔ’ ή της πολιορκούμενης Πηνελόπης στην Ιθάκη ή των προσφύγων στην καταστροφή της Σμύρνης. Ωστόσο, τα αρχετυπικά αισθήματα της απώλειας, του έρωτα, της ισχύος, της επιβίωσης, της περιέργειας, υπάρχουν σε όλους μας.
Η αναγνώριση του εγώ μας μέσα από το εγώ των ηρώων, η βίωση της χαράς και του πόνου τους μέσα από τη δική μας χαρά και το δικό μας πόνο, η αναγνώριση του είναι μας στο είναι των καταστάσεων, η βίωση εκείνου του είναι μέσα από τα χαρακτηριστικά του δικού μας είναι, η μετατροπή του κειμένου σε βίωμα με τα υλικά της δικής μας φαντασίας, το καθρέφτισμα της δικής μας ψυχής σε ένα κάτοπτρο που μπορεί και να φαίνεται ολότελα ξένο, όλα αυτά είναι οι ασφαλέστεροι καταλύτες για μια κοσμική έκρηξη: την κινητοποίηση της συγκίνησης, μια αποκαλυπτική εμπειρία που τελικά περνά μέσα από την αυτογνωσία.
Αυτός ο χρόνος μέσα στον πραγματικό χρόνο, αυτή η ένθετη εκδρομή στο ταξίδι της ζωής, αυτός ο θαυμαστός καινούριος κόσμος που γεννιέται καθώς γυρίζουμε κουρασμένοι αλλά τραγουδώντας στο πούλμαν είναι ο δικός μας κόσμος που ξαφνικά αποκτά άλλη όψη, γιατί μέσα απ’ τη λογοτεχνία ίσως το μόνο που τελικά μαθαίνουμε είναι να βλέπουμε την κρυφή ομορφιά που βρίσκεται σ’ όλα εκείνα που υπάρχουν γύρω μας και εμείς θεωρούμε ασήμαντα και δεδομένα: Η λογοτεχνική συγκίνηση είναι ένα διαβατήριο για ν’ απολαύσει κανείς την ομορφιά, την αγάπη, τη ζωή, την ευτυχία.
Η λογοτεχνία δεν μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο. Μπορεί όμως να μας μυήσει στο πιο πολύτιμο μυστικό της ζωής: Στο ότι «είμαστε φτιαγμένοι απ’ το υλικό των ονείρων – κι ο ύπνος περιβάλλει τη μικρή ζωή μας», όπως έλεγε στην «Τρικυμία» του ο Σαίξπηρ: Στην αξία των ασήμαντων, ανεκτίμητων μικρών πραγμάτων, που η λογοτεχνία τα κάνει ορατά, απτά, ακουστά. Ακόμη και μέσα από το δράμα, τη σκληρότητα, το παράλογο, η συγκίνηση μπορεί να γεννηθεί και να χρωματίσει διαφορετικά το σύμπαν, ν’ αποκαλύψει χιλιάδες αλήθειες εκεί που πιστεύουμε ότι κρύβεται το απόλυτο τίποτα. Πώς; Ας θυμηθούμε τα λόγια του Ρίλκε:
«Τα έργα τέχνης ζουν μέσα σε απέραντη μοναξιά [...] Μονάχα η αγάπη μπορεί να τα συλλάβει, να τ’ αγκαλιάσει, να σταθεί δίκαιη απέναντί τους [...] Αφήστε κάθε εντύπωση, κάθε σπόρο συναισθήματος, να ωριμάζει μέσα σας, στο σκοτάδι, στο χώρο του ανείπωτου, του υποσυνείδητου. Όπου Δε φτάνει η νόησή σας. Και, με βαθιά ταπεινοσύνη και υπομονή, προσμένετε την ώρα που θα γεννηθεί ένα καινούριο φεγγοβόλημα. Αυτό και μόνο θα πει «ζω την τέχνη».
Πριν σας καληνυχτίσω, πρέπει να ομολογήσω πως δεν θυμάμαι τί είχα απαντήσει σ’ εκείνες τις εξετάσεις για τη χρησιμότητα της λογοτεχνικής εμπειρίας, και να σας διαβεβαιώσω επίσης ότι ακόμη δεν είμαι βέβαιος για τη σωστή απάντηση.

Εκφωνήθηκε στις 14-5-2003, στο Αργοστόλι (Δημοτικό Θέατρο «Ο Κέφαλος»), στα εγκαίνια της 6ης Έκθεσης Βιβλίου 2ου Ενιαίου Λυκείου Αργοστολίου

2 σχόλια:

  1. Σας ευχαριστώ πολύ για την αναδημοσίευση... τη συνάντησα τυχαία... Να είστε καλά, Ηλίας Τουμασάτος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κι εμείς ευχαριστούμε για το κείμενό σας! Πραγματικά υπέροχο!

      Διαγραφή